Έλληνες ερευνητές εξιχνιάζουν τη χημεία του κυκεώνα των Ελευσινίων Μυστηρίων

Για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, τα Ελευσίνια Μυστήρια αποτέλεσαν το πιο ιερό και αινιγματικό τελετουργικό του αρχαίου κόσμου, με την αποκάλυψη του μυστηριακού πυρήνα τους να τιμωρείται με θάνατο. Άνθρωποι από όλο τον αρχαίο κόσμο, από δούλοι και απλοί πολίτες μέχρι αυτοκράτορες, πολιτικοί και φιλόσοφοι, περπατούσαν την Ιερά Οδό προς την Ελευσίνα αναζητώντας μια εμπειρία που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, θα άλλαζε τη ζωή τους για πάντα. Αν και ο ναός καταστράφηκε τον 4ο αιώνα από τους Χριστιανούς και οι λεπτομέρειες της τελετής φάνηκαν να χάνονται στο χρόνο, ένα ερώτημα παρέμεινε: Τι ακριβώς βίωναν οι μυούμενοι;

Στο κέντρο αυτής της εμπειρίας και πριν την είσοδο των μύστων στο Τελεστήριο, βρισκόταν η πόση ενός ιερού ποτού, του κυκεώνα. Ήταν απλώς ένα συμβολικό ρόφημα από κριθάρι, νερό και άγρια μέντα, όπως περιγράφεται στον Ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα του 7ου αιώνα π.Χ.; Ή μήπως περιείχε μια ενθεογόνο ουσία που επέτρεπε στους μύστες να βιώσουν μια βαθιά εσωτερική μεταμορφωτική εμπειρία; 

Η χημική του σύσταση παραμένει ένας από τους πιο γοητευτικούς γρίφους της αρχαιότητας. Η ιδέα όμως ότι ο κυκεώνας περιείχε ψυχοδραστικές ουσίες δεν είναι καινούρια. Είχε διατυπωθεί ήδη από τον Carl Kereny (μελετητή της Ελληνικής μυθολογίας) τη δεκαετία του 1960 στο βιβλίο “Eleusis: Archetypal Image of Mother and Daughter”, ενώ τη δεκαετία του 1970 ο Albert Hofmann (ο χημικός που εφήβρε το LSD), R. Gordon Wasson (ο μυκητολόγος που έκανε γνωστά τα «μαγικα μανιτάρια» στη Δύση) και Carl Ruck (ο κλασικιστής που δημιούργησε τον όρο «ενθεογόνα») στο εμβληματικό έργο “The Road to Eleusis: Unveiling the Secret of the Mysteries” εισάγουν την ιδέα ότι ο μύκητας που προκαλεί την ασθένεια της ερυσίβης στα σιτηρά (διώνυμη λατινική ονομασία Claviceps purpurea) ήταν ο ενθογόνος παράγοντας στο ποτό. Αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην αρχαία ελληνική πόλη Εμπόριον στην σημερινή Καταλονία, που ήρθαν στην επιφάνεια το 2002, αποδεικνύουν την κατανάλωση των σκληρωτίων (της μορφής με την οποία ο μύκητας διαχειμάζει) σε τελετές συνδεδεμένες με τη Μητέρα Δήμητρα και την Κόρη Περσεφόνη, επιβεβαιώνοντας την υπόθεση των Hofmann, Wasson και Ruck.

Ωστόσο, ένα σημαντικό ζήτημα που παραμένει σχετικά με αυτή την υπόθεση είναι η τοξικότητα του μύκητα. Τα συμπτώματα της ακούσιας κατανάλωσης τροφής μολυσμένης από τα σκληρώτια περιλαμβάνουν παραισθήσεις, έντονο αίσθημα καύσου στα άκρα, σπασμούς, έμετο, ξηρή γάγγραινα, επακόλουθη απώλεια άκρων και θάνατο λόγω της έντονης αγγειοσυστολής που προκαλείται από αλκαλοειδή της εργολίνης, τις δραστικές ουσίες των σκληρωτίων. Η ασθένεια είναι γνωστή ιστορικά ως «φωτιά του Αγίου Αντωνίου» ή ignis sacer, με επιδημίες τραγικών διαστάσεων κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

Αυτό θέτει ένα κρίσιμο και ακόμη αναπάντητο ερώτημα: εάν τα σκληρώτια ήταν πράγματι ένα ενεργό συστατικό του κυκεώνα, με ποιο τρόπο κατάφεραν οι αρχαίες ιέρειες της Ελευσίνας να αξιοποιήσουν το ψυχοδραστικό του δυναμικό αποφεύγοντας ταυτόχρονα τις καταστροφικές τοξικές του επιδράσεις;

Μια νέα επιστημονική μελέτη με τίτλο “Investigating the psychedelic hypothesis of kykeon, the sacred elixir of the Eleusinian Mysteries” από Έλληνες ερευνητές, με επικεφαλής τους Ρωμανό Κ. Αντωνόπουλο και Ευάγγελο Δαδιώτη από τον Τομέα Φαρμακογνωσίας και Χημείας Φυσικών Προϊόντων του Πανεπιστημίου Αθηνών και σε συνεργασία με διεθνή ερευνητικά κέντρα δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Scientific Reports του Nature σε μία συλλογή άρθρων για τα ψυχεδελικά, επιχειρώντας να δώσει απαντήσεις. Εξιχνιάζοντας τη χημεία του κυκεώνα, η Ελλάδα τοποθετείται ξανά στο επίκεντρο της παγκόσμιας έρευνας για τα ενθεογόνα, με τη μελέτη να έχει ήδη προσελκύσει διεθνές ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τα δεδομένα του Altmetric, η εργασία βρίσκεται ήδη στο top 5% των ερευνητικών δημοσιεύσεων παγκοσμίως ως προς την απήχησή της.

Η έρευνα έδειξε ότι η επιλεκτική αποτοξίνωση ήταν χημικά δυνατή υπό συγκεκριμένες διαδικασίες. Εξετάζοντας την αντίδραση των σκληρωτίων του μύκητα σε αλισίβα (ένα διάλυμα από νερό και στάχτη, εύκολα προσβάσιμο στην αρχαιότητα), διαπίστωσαν ότι οι επικίνδυνες τοξίνες μπορούν να εξουδετερωθούν. Η φασματοσκοπική ανάλυση μετά από πειραματικό σχεδιασμό των συνθηκών, ελέγχοντας διαφορετικά επίπεδα συγκέντρωσης του μύκητα στην αλισίβα, διαφορετικά επίπεδα pH του διαλύματος και διαφορετικούς χρόνους αντίδρασης, έδειξε ότι με δύο ώρες βρασμού σε ισχυρά αλκαλικό διάλυμα, οι θανατηφόρες ενώσεις υδρολύονται πλήρως και στη θέση τους εμφανίζονται σήματα για το LSA (εργίνη - αμίδιο του λυσεργικού οξέος) και της επιμερούς της ένωσης (iso-LSA), σε υπολογίσιμες ποσότητες, ενώσεις που περιγράφονται στη φαρμακολογική βιβλιογραφία ως ψυχοδραστικές. Στη συνέχεια, η έκθεση στον αέρα και η ανάμιξη με το κριθάρι και την άγρια μέντα θα μπορούσε να μειώσει την αλκαλικότητα σε επίπεδα συμβατά με την κατανάλωση. Η ποσοτική ανάλυση των ουσιών έδειξε ότι αρκούσε ένα γραμμάριο σκληρωτίων ανά μύστη, δηλαδή μια συνολική ποσότητα μερικών κιλών σκληρωτίων θα ήταν αρκετή για την παρασκευή του κυκεώνα από τις ιέρειες του ναού για το σύνολο των μύστων. 

Δεν αποδεικνύεται ότι «οι αρχαίοι έπαιρναν LSD». Αποδεικνύεται, όμως, ότι το σενάριο ενός ψυχοδραστικού και ασφαλούς για πόση ποτού βασισμένο στα αλκαλοειδή του μύκητα της ερυσίβης ήταν χημικά εφικτό με τα τεχνολογικά μέσα της εποχής. Ενδιαφέρον στην εργασία παρουσιάζει η παρατήρηση ότι τα συστατικά της άγριας μέντας, γνωστής και ως φλησκούνι (Mentha pulegium) ίσως παρουσιάζουν συνέργεια με τα παραγόμενο μείγμα αλκαλοειδών LSA/iso-LSA, παρόμοια με τη συνέργεια τερπενίων-THC στην κάνναβη και των DMT-β-καρβολινών στην αγιαχουάσκα, ενώ οι ερευνητές κλείνουν τη δημοσίευσή τους ευελπιστώντας ότι η ανάλυση οργανικών υπολειμμάτων σε υπάρχουσες και μελλοντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις από τον χώρο της Ελευσίνας θα μπορούσε να προσφέρει τα απαραίτητα υλικά στοιχεία για την περαιτέρω τεκμηρίωση και εμπλουτισμό της υπόθεσης της «ψυχεδελικής Ελευσίνας».

Πρόσφατες δημοσιεύσεις